Παραστατικές τέχνες: θεατές ή συμμέτοχοι στην εμπειρία;
- Maria Tsantari
- 3 Ιουν
- διαβάστηκε 3 λεπτά
Οι παραστατικές τέχνες—το θέατρο, ο χορός, η όπερα—έχουν μια ιδιαιτερότητα που τις ξεχωρίζει από κάθε άλλη μορφή τέχνης: δεν υπάρχουν ποτέ ολοκληρωμένες χωρίς το κοινό. Δεν είναι έργα που απλώς “υπάρχουν” για να τα δεις, αλλά γεγονότα που συμβαίνουν τη στιγμή που κάποιος τα βιώνει. Σε αντίθεση με πολλές άλλες μορφές τέχνης, οι παραστατικές τέχνες συμβαίνουν μπροστά μας, ζωντανά, τη δεδομένη στιγμή. Ο ηθοποιός, ο χορευτής, ο μουσικός και το κοινό μοιράζονται τον ίδιο χώρο και τον ίδιο χρόνο.

Και εδώ γεννιέται ένα ουσιαστικό ερώτημα: είμαστε απλοί θεατές ή συμμέτοχοι σε αυτή την εμπειρία;
Στην παραδοσιακή αντίληψη, το κοινό έχει έναν σαφή ρόλο. Κάθεται, παρατηρεί και στο τέλος ερμηνεύει. Η σκηνή είναι “εκεί” και η πλατεία “εδώ”. Υπάρχει μια απόσταση, σχεδόν μια άρρητη συμφωνία: οι καλλιτέχνες δημιουργούν, οι θεατές παρακολουθούν. Όμως αυτή η εικόνα, όσο οικεία κι αν είναι, δεν λέει όλη την αλήθεια. Υπάρχει μια μοναδική ενέργεια σε αυτή τη συνύπαρξη, κάτι που δεν μπορεί να επαναληφθεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο ποτέ ξανά.
Οι παραστατικές τέχνες έχουν, επίσης, τη δύναμη να μας κάνουν να αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας μέσα στους άλλους. Ένας χαρακτήρας πάνω στη σκηνή μπορεί να εκφράζει έναν φόβο που δεν έχουμε παραδεχτεί ποτέ. Ένα τραγούδι μπορεί να δώσει λόγια σε κάτι που δεν ξέραμε πώς να εξηγήσουμε. Ένας χορός μπορεί να μεταφέρει συναίσθημα χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη.
Γιατί η εμπειρία της παράστασης δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη.
Την ίδια στιγμή, οι παραστατικές τέχνες δημιουργούν κοινότητες εμπειρίας. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους γελούν, σιωπούν ή συγκινούνται ταυτόχρονα για τον ίδιο λόγο. Για λίγη ώρα, μοιράζονται κάτι κοινό χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζονται. Και αυτό, σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο απομονωμένος, έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ακόμη κι όταν δεν μιλάμε, η παρουσία του κοινού επηρεάζει ριζικά αυτό που συμβαίνει στη σκηνή. Ένα γέλιο που ξεσπά πιο γρήγορα, μια σιωπή που “βαραίνει”, ένα βλέμμα που κρατά την ανάσα λίγο παραπάνω, ένα δάκρυ ή ένας αναστεναγμός και όλα αυτά μαζί διαμορφώνουν τον ρυθμό και την ένταση της παράστασης. Οι ερμηνευτές δεν παίζουν σε κενό, αλλά ανταποκρίνονται σε μια ζωντανή ενέργεια που αλλάζει σε κάθε παράσταση, αφού αλλάζει και το κοινό.

Και από την άλλη πλευρά, ο θεατής δεν παραμένει ποτέ πραγματικά παθητικός. Ακόμη κι αν δεν σηκωθεί από τη θέση του, συμμετέχει εσωτερικά: συνδέει εμπειρίες, ανακαλεί μνήμες, συμπληρώνει τα κενά της αφήγησης με τη δική του φαντασία. Δύο άνθρωποι μπορεί να δουν την ίδια παράσταση και να φύγουν με εντελώς διαφορετικές ιστορίες μέσα τους. Αυτό και μόνο δείχνει ότι η τέχνη δεν “περνά” απλώς από μπροστά μας, συμβαίνει μέσα μας. Ακόμη κι ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να δει μια παράσταση σε διαφορετικές ‘’φάσεις’’ της ζωής του και να την εκλάβει εντελώς διαφορετικά σε καθεμία από αυτές.
Στις πιο σύγχρονες μορφές παραστατικών τεχνών, αυτή η διάκριση γίνεται ακόμη πιο θολή. Το κοινό καλείται συχνά να κινηθεί στον χώρο, να απαντήσει, να επηρεάσει την εξέλιξη του έργου. Η σκηνή δεν είναι πια ένα σταθερό σημείο, αλλά ένα πεδίο αλληλεπίδρασης. Εκεί, ο θεατής παύει να είναι παρατηρητής και γίνεται ξεκάθαρα συμμέτοχος. Ακόμη όμως και στις πιο “κλασικές” παραστάσεις, η συμμετοχή υπάρχει-απλώς είναι πιο διακριτική. Δεν εκφράζεται με πράξεις, αλλά με προσοχή. Με σιωπή. Με παρουσία.

Τελικά είμαστε συμμέτοχοι;
Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι αν συμμετέχουμε ή όχι, αλλά πόσο συνειδητά το κάνουμε. Γιατί οι παραστατικές τέχνες δεν ζητούν απλώς να τις δούμε· ζητούν να τις αφήσουμε να μας επηρεάσουν. Και αυτή η επιρροή δεν είναι ποτέ μονόπλευρη, αφού και ο καλλιτέχνης επηρεάζεται από τις αντιδράσεις του κοινού του, αλλά και το κοινό από την ερμηνεία του καλλιτέχνη.
Στη σημερινή εποχή της γρήγορης εικόνας και της συνεχούς κατανάλωσης περιεχομένου, οι παραστατικές τέχνες μας υπενθυμίζουν κάτι πολύ ανθρώπινο: την αξία της παρουσίας. Το να καθίσει κανείς σε μια αίθουσα θεάτρου, να παρακολουθήσει μια παράσταση χορού ή να αφεθεί σε μια ζωντανή μουσική εμπειρία απαιτεί χρόνο, προσοχή και συναισθηματική συμμετοχή.
Στο τέλος, η παράσταση δεν ανήκει μόνο σε αυτούς που τη δημιουργούν. Ανήκει και σε εκείνους που τη ζουν εκείνη τη στιγμή. Και ίσως εκεί να κρύβεται η πραγματική της δύναμη: στο ότι για λίγη ώρα, όλοι μέσα στον χώρο γίνονται κομμάτι του ίδιου ζωντανού γεγονότος-άλλοτε πιο σιωπηλά, άλλοτε πιο έντονα, αλλά ποτέ εντελώς απόμακρα. Κι αυτή η αλληλεπίδραση αφήνει αποτυπώματα στους θεατές, άλλοτε βαθιά κι άλλοτε ρηχότερα, τα οποία κουβαλούν μέσα τους και τα συνδέουν με τα βιώματα και τις εμπειρίες τους, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της προσωπικής τους πρόσληψης της τέχνης. Κι έτσι οι παραστάσεις που μένουν μέσα μας δεν είναι απαραίτητα οι πιο εντυπωσιακές τεχνικά, αλλά εκείνες που μας έκαναν να αισθανθούμε κάτι αληθινό· εκείνες από τις οποίες φύγαμε διαφορετικοί, έστω και λίγο.




Σχόλια